Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Ο Πηνειός τόπος μαρτυρίου των χριστιανών κατά την τουρκοκρατία

Η λίθινη γέφυρα που συνδέει τις όχθες του Πηνειού. Χαρακτικό του 1897.
Ο Πηνειός ποταμός συντροφεύει γεωλογικά τη Λάρισα από χιλιάδες χρόνια και η ιστορία της πόλεώς μας έχει ταυτισθεί διαχρονικά με την ύπαρξή του. Αν προσέξει κάποιος τη διαδρομή του ποταμού καθώς διασχίζει την πόλη, θα διαπιστώσει ότι δημιουργείται γύρω από την σημερινή περιοχή της συνοικίας Αμπελοκήπων (Ταμπάκικα) μια μεγάλη καμπύλη στη πορεία του, η ......
οποία φαίνεται σαν να την αγκαλιάζει. Ο Πηνειός όλα αυτά τα χρόνια ήταν για την Λάρισα ευλογία, αλλά και συμφορά. Ευλογία γιατί τα νερά του λίπαιναν τα εδάφη και τα καθιστούσαν εύφορα και συμφορά γιατί οι συχνές πλημμύρες κατέστρεφαν την πόλη, ιδίως τις παραπήνειες περιοχές, προκαλούσαν πολλά θύματα και προξενούσαν ανυπολόγιστες ζημιές στις καλλιέργειες.
Κατά τη διάρκεια των 458 χρόνων της τουρκοκρατίας ο Πηνειός είχε για τους υπόδουλους και έναν άλλο οδυνηρό προορισμό, την εκτέλεση των χριστιανών όταν για οποιαδήποτε αιτία καταδικάζονταν από τα οθωμανικά δικαστήρια. Οι καταδίκες σε θάνατο ήταν οι συνηθέστερες ποινές ακόμα και για απλά πταίσματα, και αυτό για καθαρά ιδιοτελείς σκοπούς. Δημευόταν η περιουσία του καταδικασμένου και περιερχόταν απ’ ευθείας στην ιδιοκτησία του πασά της Λάρισας. Όπως ήταν φυσικό η διαδικασία αυτή απέφερε στον Τούρκο προύχοντα αμύθητα πλούτη.
Την θανατική ποινή εκτελούσαν με διάφορους και πολλές φορές ευφάνταστους τρόπους. Ο στραγγαλισμός, ο αποκεφαλισμός με τσεκούρι ή γιαταγάνι και ο απαγχονισμός ήταν ακαριαίοι και κατά κάποιο τρόπο «ευεργετικοί» θάνατοι. Η παράδοση αναφέρει ότι στη σημερινή γωνία των οδών Βενιζέλου και Ηφαίστου υπήρχε κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας ένας μεγάλος πλάτανος, από τα κλαδιά του οποίου κρεμούσαν πολλούς χριστιανούς κατάδικους. Η εκτέλεση αυτή γινόταν δημόσια προς παραδειγματισμό. Υπήρχαν όμως και μαρτυρικοί τρόποι εκτελέσεως, η αναφορά των οποίων προξενεί ακόμα και σήμερα δέος και αποτροπιασμό. Ο Αλή πασάς στα Ιωάννινα αγκίστρωνε βαθειά σε μυτερά τσιγκέλια τους μελλοθάνατους. Με το βάρος του σώματος ξεσκίζονταν οι σάρκες και τα σπλάγχνα τους και οι άνθρωποι αυτοί βασανίζονταν για πολλές ώρες μέχρις ότου να ξεψυχήσουν. Στη Λάρισα εφαρμοζόταν και η ποινή του πνιγμού στο ποτάμι, αλλά με ιδιαίτερα βάρβαρο τρόπο και ενώπιον του μουσουλμανικού κοινού. Ειδικοί τελάληδες περιέτρεχαν στις συνοικίες της πόλεως και προειδοποιούσαν τους κατοίκους, οι οποίοι κατέκλυζαν την γέφυρα και τις όχθες του Πηνειού για να απολαύσουν την καταδίκη. Εξ άλλου η θανάτωση ενός «άπιστου» με τρόπο μαρτυρικό αποτελούσε για τους κατακτητές ένα συγκλονιστικό θέαμα. Ο μελλοθάνατος μεταφερόταν στο κέντρο της γέφυρας και αφού του αφαιρούσαν τα ρούχα και του έδεναν χέρια και πόδια, τον στρίμωχναν σε ένα τσουβάλι. Έδεναν σφιχτά το στόμιο και δύο χειροδύναμοι δήμιοι τον σήκωναν ψηλά και από το ύψος της γέφυρας τον πετούσαν, υπό τις ιαχές του πλήθους, μέσα στο νερό. Ο εγκλωβισμένος κατάδικος δεν είχε καμία πιθανότητα επιβίωσης και ο πνιγμός του ήταν μαρτυρικός. Δεν απέμενε πλέον παρά μόνον η αναζήτηση του πτώματος από τους συγγενείς την επομένη του πνιγμού, για να κηδευθεί και να ενταφιασθεί σύμφωνα με τα χριστιανικό τελετουργικό.
Ο δημοσιογράφος Κώστας Περραιβός δημοσίευε από το 1968 μέχρι το 1983 κείμενα με ιστορικές αναμνήσεις στις εφημερίδες «Λάρισα» και «Ελευθερία», με τίτλο «Η Λάρισα που χάθηκε». Σε ένα απ’ αυτά περιγράφει έναν άλλον περίεργο τρόπο πνιγμού στα νερά του Πηνειού που λέγεται ότι εφάρμοσε ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Δ΄ όταν βρισκόταν στην Λάρισα το 1668-1669. Ο τρόπος αυτός έδινε όμως κάποια μικρή δυνατότητα στον μελλοθάνατο να επιβιώσει. Γράφει ο Περραιβός σχετικά:  «Όταν οι Τούρκοι αποφάσισαν να κυριεύσουν την Κρήτη που κατεχόταν από τους Ενετούς, ο τότε Σουλτάνος μετέφερε την έδρα του από την Κωνσταντινούπολη στη Λάρισα. Δεν είμαι σίγουρος για την ακριβή χρονολογία, αλλά θαρρώ πως ήταν το 1680 (ήταν το 1668). Οι Ενετοί και μαζί με αυτούς και οι Κρήτες αντιστάθηκαν για κάμποσο διάστημα, αλλά τελικά υπέκυψαν γιατί η υπεροχή των Τούρκων ήταν συντριπτική. Οι κατακτητές δεν συγχώρεσαν τους Κρήτες που συντάχθηκαν με τους Ενετούς και όσους δεν χάλασαν (δηλ. σκότωσαν) επί τόπου, τους μετέφεραν στην ηπειρωτική Ελλάδα για να τους έχουν σκλάβους τους. Τους καπεταναίους τους έφεραν στη Λάρισα για να τους τιμωρήσει ο Σουλτάνος. Για να έχει την χαρά της εκδικήσεως σοφίσθηκε τον εξής τρόπο θανατώσεως. Έβαλε και έκοψαν μεγάλα καβάκια[1] με κορμούς ευθύτατους και κυλινδρικούς. Τους κορμούς αυτούς τους έδεσαν κορυφή με κορυφή και έτσι σχημάτισαν ένα μακρότατο μονόξυλο, που έπιανε από τη μια ίσαμε την άλλη όχθη του Πηνειού. Το στερέωσαν με πασσάλους και μια ορισμένη ημέρα κάλεσε τους ομοθρήσκους του να απολαύσουν θέαμα συναρπαστικό. Ο ίδιος με τους αυλικούς και τους αξιωματούχους του πήρε θέση σε μια εξέδρα πάνω στην γέφυρα. Έπειτα κουβαλήθηκαν οι Κρήτες καπεταναίοι και παρατάχθηκαν στην δεξιά όχθη. Την ίδια ώρα οι ντελάληδες (κήρυκες) βροντοφωνούσαν:
–Όποιοι από τους Γκιαούρηδες μπορέσετε να περάσετε πάνω από την μονόξυλη γέφυρα και φθάσετε στην απέναντι όχθη, ο πολυχρονεμένος μας Πατισάχ σας χαρίζει την ζωή και είστε ελεύθεροι να πάτε όπου θέλετε.
Το ποτάμι ήταν ξέχειλο και καθώς κυλούσε με ορμή, κουνούσε το μονόξυλο. Παρ’  όλο αυτό, η ελπίδα να επιζήσουν έκαμε τους Κρήτες να αρχίσουν το πέρασμα. Ο πρώτος δεν έκανε παρά λίγα βήματα. Δεν μπόρεσε να ισορροπήσει και έπεσε. Ο Σαλαμπριάς[2] τον έφαγε. Την ίδια τύχη είχαν και οι άλλοι που ακολούθησαν. Τα πλήθη αλάλαζαν ξέφρενα καθώς έβλεπαν τους λεβεντόκορμους Κρητικούς να πνίγονται ο ένας μετά τον άλλον. Ένας όμως απ’  αυτούς τα κατάφερε να ισορροπήσει και έφθασε στην άλλη όχθη, οπότε άκουσε μυριόστομη την κραυγή:
–Γχιτ κιοπέκ (Φύγε σκύλε).
Και αυτός έφυγε τρέχοντας. Πήρε τα βουνά και έφθασε στο Λειβάδι Ελασσόνος, όπου αφηγήθηκε την περιπέτειά του. Εκεί βρήκε στοργή και αγάπη από του κατοίκους και εγκαταστάθηκε μόνιμα. Λεγόταν Συνεφάκης. Απόγονοι αυτού του τυχερού Κρητικού υπάρχουν και σήμερα. Άλλοι φέρουν το επώνυμο Συνεφάκης και άλλοι Παπασυνεφάκης»[3].
Ωραίες παραδοσιακές ιστορίες, που μπορεί μεν να μην είναι εντελώς αληθινές, όμως στην αφήγησή τους κρύβουν βαθειά τους καημούς και τα πάθη των χριστιανών της τουρκοκρατίας.
————————————————–
[1]. Είναι οι γνωστές λεύκες, δένδρα με ψηλό και ίσιο κορμό, τα οποία αναπτύσσονται σε υγρά μέρη, κυρίως στις όχθες των ποταμών.
[2]. Σαλαμπριάς είναι η μεσαιωνική ονομασία του Πηνειού, γνωστή ακόμα και σήμερα στους παλαιότερους. Οι Τούρκοι ονόμαζαν τον Πηνειό Κιοστέμ, από παραφθορά της λέξεως Λυκοστόμιο.
[3]. Βλέπε: Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας), Ιστορίες σχετικές με τον Πηνειό, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 2ας Φεβρουαρίου 1981.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΑΘ.  ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου