Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Οι δέκα αρκαδικές πόλεις που έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο


 Για το «αδειανό πουκάμισο» της Ωραίας Ελένης -ή μάλλον για τον χρυσό και τα πλούτη της Τροίας- συντάχθηκαν με τις υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις και με πλοία δανεικά από τον πανίσχυρο Αγαμέμνονα, μιας και η Αρκαδία τότε δεν είχε ναυτικό, δέκα αρκαδικές πόλεις. Κάποιες από αυτές, όπως η Μαντίνεια και η Τεγέα, έχουν ιστορία που εκτείνεται ως τις μέρες μας. Άλλες πόλεις χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και τα ακριβή όριά τους και η ιστορία τους αποτελούν ......

αντικείμενο έρευνας. Εδώ παρουσιάζονται όσα στοιχεία είναι γνωστά για τις δέκα αρκαδικές πόλεις που κίνησαν να πάρουν την Τροία με 60 πλοία και αρχηγό τον Αγαπήνορα.
Κατ' αρχάς, να σημειώσουμε ότι η αρχαία Αρκαδία δεν είχε τα όρια του σημερινού νομού και ήταν αποκλειστικά μεσόγεια, καταλαμβάνοντας το εσωτερικό της Πελοποννήσου, χωρίς να βρέχεται καθόλου από θάλασσα. Περιελάμβανε τις επαρχίες, Μαντινείας, Γορτυνίας, Μεγαλοπόλεως, τη βόρεια Κυνουρία, όλη την επαρχία Καλαβρύτων, τα δυτικά της Κορινθίας και της Αργολίδας, τμήμα της Ολυμπίας, τμήμα της Ηλείας και τη Λακωνική Αράχωβα.
Ο ΟΜΗΡΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ, ΙΛΙΑΔΟΣ Β
Οι δυνάμεις των Αχαιών περιγράφονται με λεπτομέρεια στον κατάλογο των πλοίων (Νηών Κατάλογος), στην β' Ραψωδία της Ιλιάδας. Αποτελούνταν από 28 περιοχές: στην Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Πελοπόννησο, Δωδεκάνησα, Κρήτη και ορισμένα νησιά του Ιονίου πελάγους, συγκεντρώνοντας στόλο από 1.178 πεντηκόντορους και 50 κωπήλατους. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι ο στόλος αποτελούνταν από 1.200 πλοία και συγκεκριμένα ο στόλος των Βοιωτών διέθετε 80 άτομα πλήρωμα σε κάθε σκάφος του, ενώ τα πλοία του Φιλοκτήτη διέθεταν μόνο 50 κωπηλάτες το καθένα. Προφανώς αυτοί οι αριθμοί αφορούσαν το μέγιστο και ελάχιστο δυνατό πλήρωμα που διέθετε ένα πλοίο. Αν συνυπολογιστούν όλα τα παραπάνω οι συνολικοί ένοπλη δύναμη των Ελλήνων ανέρχονταν από 70.000 ως 130.000 άντρες. Άλλος κατάλογος πλοίων που μας διασώζει ο Απολλόδωρος διαφέρει ελαφρώς από αυτόν του Ομήρου όμως συμφωνεί για το σύνολο της εκστρατευτικής δύναμης. Ορισμένοι ερευνητές έχουν ισχυριστεί ότι ο κατάλογος του Ομήρου είναι αντίγραφο κάποιου παλαιότερου εγγράφου που ανάγονταν στην εποχή του Χαλκού (τότε δηλαδή που διαδραματίστηκε ο Τρωικός πόλεμος), πιθανόν κάποιου γενικού σχεδίου επιχειρήσεων του Αχαιού άνακτα ή γενικότερα του υπευθύνου της εκστρατείας. Ορισμένοι άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι απλώς είναι δημιούργημα του Ομήρου.
Ο «νηών κατάλογος» (ο κατάλογος των πλοίων) είναι από τα πιο πολυσυζητημένα εδάφια της Ιλιάδας. Είναι κατά τον Όμηρο ο κατάλογος των πλοίων και των στρατευμάτων ανά ελληνική πόλη, που παίρνουν μέρος στον τρωικό πόλεμο (γύρω στο 1250 π.Χ.), με ιδιαίτερη αναφορά στα ονόματα των αρχηγών των στρατευμάτων ανά πόλη. Πολλοί υποστηρίζουν ότι βασίζεται σε προγενέστερο ποίημα της μυκηναϊκής εποχής που ο Όμηρος χρησιμοποίησε αυτούσιο ενσωματώνοντάς το στο έπος. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος περιγράφει στον κατάλογο τις μεγάλες πόλεις της εποχής του (8ος αι. π.Χ.) και τις τοποθετεί αναχρονιστικά πίσω στη μυκηναϊκή εποχή. Είτε πρόκειται για έναν κατάλογο των ελληνικών πόλεων του 13ου αι. είτε του 8ου αι. π.Χ., η σημασία του είναι ανεκτίμητη. Ο κατάλογος είναι μέρος της Β ραψωδίας της Ιλιάδας και ακολουθείται από έναν κατάλογο της δύναμης των Τρώων και των συμμάχων τους, ο οποίος είναι αρκετά μικρότερος σε έκταση. Στον κατάλογο αναφέρονται 29 βασίλεια και ο συνολικός τους στόλος φτάνει το 1.186 πλοία. Τα περισσότερα τοπωνύμια έχουν εξακριβωθεί ότι πράγματι ήταν οικισμοί της εποχής εκείνης.... 
Στην β' ραψωδία της Ιλιάδας παρουσιάζεται επίσης και ο κατάλογος των Τρώων και των συμμάχων τους, εκτός από την ίδια την Τροία, της οποίας ηγούνταν ο Έκτορας, στους συμμάχους περιλαμβάνονταν: Δάρδανοι (υπό τον Αίνεια), Αδραστενείς, Περκοτιανοί, Πελασγοί, Θράκες, Κίκονες δορυφόροι, Παίονες τοξότες, Μύσιοι, Φρύγες, Μιλήσιοι, Λύκιοι υπό τον Σαρπηδόνα και Κάρες. Δεν διευκρινίζεται τι γλώσσα μιλούσαν αυτοί οι λαοί, μόνο οι Κάρες αναφέρονται ως βαρβαρόφωνοι. Οι υπόλοιποι σύμμαχοι των Τρώων αναφέρεται ότι μιλούσαν διάφορες γλώσσες και έπρεπε από τους επικεφαλής τους να μεταφραστούν οι διάφορες εντολές στο πεδίο της μάχης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το στοιχείο ότι, κατά τα έπη, Τρώες και Αχαιοί υπήρξαν ομόθρησκοι και δέκτες του ίδιου πολιτισμού και οι ήρωες μεταξύ τους μιλούσαν στην ίδια γλώσσα. Αυτό βέβαια μπορεί να γίνεται και χάριν απλούστευσης και δραματοποίησης των επών.
ΑΓΑΠΗΝΩΡ, ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΑΡΚΑΔΩΝ
Ο Αγαπήνορας (Αγαπήνωρ < ἀγαπώ + ἠνορέη (ανδρεία), «αυτός που εκτιμά την ανδρεία») ήταν ο 10ος βασιλιάς της αρχαίας Αρκαδίας, ιδρυτής και βασιλιάς της Πάφου. Πρωτεύουσά του ήταν η Τεγέα, ήταν γιος του αργοναύτη Αγκαίου και εγγονός του Λυκούργου. Κατά τον Απολλόδωρο, ο Αγαπήνωρ ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης. Πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο ως αρχηγός των Αρκάδων με 60 πλοία που του παραχώρησε ο Αγαμέμνονας (Ιλιάδα, Β 609). Αναφέρεται και ως ένας από τους πολεμιστές που κρύφτηκαν μέσα στον Δούρειο Ίππο. Καθώς έπλεε επιστρέφοντας στην πατρίδα του μετά την άλωση της Τροίας, σφοδρή τρικυμία παρέσυρε το πλοίο του κοντά στις ακτές της Κύπρου. Εκεί ναυάγησε, καταφέρνοντας να διασωθεί ο ίδιος. Εγκαταστάθηκε οριστικά στην Κύπρο, όπου κατά τον Όμηρο και τον Παυσανία (Η 5, 2) ίδρυσε την Πάφο. Για την ακρίβεια, ο Αγαπήνωρ ίσως ίδρυσε την Παλαίπαφο, τα σημερινά Κούκλια.
«Ἀγαπήνωρ δὲ ὁ Ἀγκαίου τοῦ Λυκούργου μετὰ Ἔχεμον βασιλεύσας ἐς Τροίαν ἡγήσατο Ἀρκάσιν. Ἰλίου δὲ ἁλούσης ὁ τοῖς Ἕλλησι κατὰ τὸν πλοῦν τὸν οἴκαδε ἐπιγενόμενος χειμὼν Ἀγαπήνορα καὶ τὸ Ἀρκάδων ναυτικὸν κατήνεγκεν ἐς Κύπρον, καὶ Πάφου τε Ἀγαπήνωρ ἐγένετο οἰκιστὴς καὶ τῆς Ἀφροδίτης κατεσκευάσατο ἐν Παλαιπάφῳ τὸ ἱερόν: τέως δὲ ἡ θεὸς παρὰ Κυπρίων τιμὰς εἶχεν ἐν Γολγοῖς καλουμένῳ χωρίῳ. Χρόνῳ δὲ ὕστερον Λαοδίκη γεγονυῖα ἀπὸ Ἀγαπήνορος ἔπεμψεν ἐς Τεγέαν τῇ Ἀθηνᾷ τῇ Ἀλέᾳ πέπλον: τὸ δὲ ἐπὶ τῷ ἀναθήματι ἐπίγραμμα καὶ αὐτῆς Λαοδίκης ἅμα ἐδήλου τὸ γένος: Λαοδίκης ὅδε πέπλος: ἑᾷ δ' ἀνέθηκεν Ἀθηνᾷ πατρίδ' ἐς εὐρύχορον Κύπρου ἀπὸ ζαθέας. Ἀγαπήνορος δὲ οὐκ ἀνασωθέντος οἴκαδε ἐξ Ἰλίου, παρέλαβε τὴν ἀρχὴν Ἱππόθους Κερκυόνος» (Παυσανία «Αρκαδικά»)
ΟΙ ΔΕΚΑ ΑΡΚΑΔΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ
Η Φενεός ήταν πόλη-κράτος της αρχαίας Αρκαδίας, σήμερα διοικητικά ανήκει στο νομό Κορινθίας. Ήταν από τις μεγαλύτερες και σπουδαιότερες πόλεις της Αρκαδίας, βρισκόταν σε πλούσια πεδιάδα που την διέσχιζαν οι ποταμοί Όλβιος και Δόξας, όταν τα ποτάμια αυτά κατέβαζαν πολύ νερό η πεδιάδα δεν πλημμύριζε, αφού τα νερά τους έβρισκαν διέξοδο στις καταβόθρες. Τα νερά αναδύονταν ξανά μετά από μεγάλη απόσταση, εκεί που ήταν και οι πηγές του Λάδωνα. Οι καταβόθρες αυτές ο μύθος λέει ότι τις είχε σκάψει ο ίδιος ο Ηρακλής για να διώξει τα νερά που λίμναζαν εκεί. Ένας άλλος μύθος λέει ότι οι καταβόθρες αυτές ήταν είσοδος στον Άδη και από εκεί κατέβηκε η Δήμητρα όταν έψαχνε την κόρη της Περσεφόνη. Ένας τρίτος μύθος λέει ότι κάποτε ο Ηρακλής πήγε στους Δελφούς για να πάρει κάποιον χρησμό, η Πυθία αρνήθηκε να του δώσει, και τότε ο Ηρακλής άρπαξε τον τρίποδα και τον έφερε στην Φενεό με σκοπό να ιδρύσει εκεί άλλο μαντείο. Στην Φενεό όμως τον περίμενε ο Απόλλων , βλέποντας ο Δίας τα αδέλφια έτοιμα να τσακωθούν ρίχνει ανάμεσα τους κεραυνό, τέλος ο Απόλλων πήρε πίσω τον τρίποδα και ο Ηρακλής το χρησμό που ήθελε.
Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, ο πρώτος οικισμός στο Φενεό, δημιουργήθηκε οπό τους Πελασγούς και αργότερα, το 1900 π.χ. κατοικήθηκε από Αρκάδες. Το Μυκηναϊκό κέντρο του Φενεού δημιούργησαν οι Αχαιοί το 1500 π.χ.
Είχε ιδρυθεί και οικιστεί από τον Φενεό . Στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν οι ναοί της Κιδαρίας Δήμητρας, της Ελευσίνιας Δήμητρας στον οποίο υπήρχαν δυο λατρευτικοί λίθοι και οι ιερείς του ναού τελούσαν μυστήρια, του Ασκληπιού, του Φενεάτου Ερμή μέσα στον οποίο υπήρχε άγαλμα του θεού που το είχε φιλοτεχνήσει ο Αθηναίος Εύχειρ. 10 στάδια από την πόλη ναός του Πυθίου Απόλλωνος , με βωμό από λευκό μάρμαρο, επίσης εκεί βρίσκονταν και οι τάφοι ηρώων πεσόντων σε μάχη. Κοντά στον ναό ήταν η πηγή της Οινόης. Στην Φενεό υπήρχαν και οι τάφοι του αδελφού του Ηρακλή Ιφικλή πατέρα του Ιόλαου , του Μυρτίλου από τον οποίο έχει ονομαστεί το Μυρτώο πέλαγος, και του Αίπυτου έξω από την πόλη.
Οι Φενεάτες συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο με 60 πολεμιστές και στους περσικούς πολέμους. Φενεάτης ήταν και ο Νεολάιδας ολυμπιονίκης στην 96η ολυμπιάδα το 396 π.Χ. στη πυγμή παίδων.
Από την Φενεό ήταν η Λαονόμη μαμή του Ηρακλή, προς τιμήν του Ερμή γίνονταν τα Έρμαια.
Σήμερα η αρχαία πόλη έχει ανασκαφεί και είναι επισκέψιμη. Βρίσκεται κοντά στα χωριά Φενεός και Αρχαία Φενεός. Έχουν βρεθεί τα αρχαία τείχη, ο ναός του Ασκληπιού πολλά λείψανα κτιρίων, αγάλματα και μέλη αγαλμάτων, πινακίδες που βρίσκονται στο αρχαιολογικό μουσείο στο Μεσινό. Επίσης ο επισκέπτης μπορεί να δει και τις καταβόθρες οι οποίες υπάρχουν και λειτουργούν ακόμα και σήμερα.
Η Κυλλήνη έχει κατοικηθεί από την παλαιολιθική εποχή. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία είναι από τον Όμηρο ο οποίος μας λέει για τον φόνο του Ώτου του Κυλλήνιου, αρχηγού των Επειών κατά τον Τρωικό πόλεμο από τον Πολυδάμα[=. Σύμφωνα με τον Παυσανία ιδρύθηκε από Αρκάδες που μετανάστευσαν εδώ από την περιοχή του όρους Κυλλήνη και ήταν επίνειο της αρχαίας Ήλιδας, σε απόσταση 120 σταδίων (23 χιλιόμετρα) από αυτή. Είχε ιερά του Ασκληπιού, της Αφροδίτης και άγαλμα του Ερμή, το οποίο ήταν ένας όρθιος Φαλλός επάνω σε βάθρο. Ο Ερμής ήταν ο προστάτης της πόλης και η λατρεία του ήρθε μαζί με του Αρκάδες οικιστές, αφού ο θεός είχε γεννηθή στο όρος Κυλλήνη. Το άγαλμα του Ασκληπιού είχε φτιαχτεί από τον Κολώτη, μαθητή του Φειδία. Μας αναφέρει μάλιστα πως ήταν στραμμένη προς την Σικελία.
Το 1204 οι Φράγκοι ανακατασκεύασαν το αρχαίο λιμάνι και δημιούργησαν μια νέα πόλη, τη Γλαρέντζα, η οποία έκοψε και δικό της νόμισμα, το τορνέζι. Η Γλαρέντζα έφτασε σε μεγάλη ακμή και ήταν από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Μεσογείου. Το 1421-22 ο Κ. Τόκκο θα εξαγοράσει από τον Φράνκο Ολιβιέρο την Γλαρέντζα και θα την εποικίσει με Αλβανούς και με πρώην άρχοντες από το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Το 1428 πέρασε σαν προίκα στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο βυζαντινό αυτοκράτορα, ο οποίος όμως το 1432 θα την γκρεμίσει εκ θεμελίων για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των πειρατών. Από τότε η περιοχή ήταν μικρός οικισμός μέχρι την απελευθέρωση, που εποικίστηκε από Επτανήσιους και βοσκούς και αργότερα από πρόσφυγες Μικρασιάτες.
Ο Ορχομενός ήταν πόλη της αρχαίας Αρκαδίας, από τις μεγαλύτερες και παλιότερες. Για ένα διάστημα ήταν έδρα των βασιλέων της. Ιδρύθηκε από τον Ορχομενό γιο του Λυκάονα. Ο Όμηρος τον αναφέρει ως πολύμηλο.
Ήταν από τις πόλεις που συνοίκησαν τη Μεγαλόπολη και κατά τη ρωμαϊκή εποχή έκοβε δικά του νομίσματα. Ήταν τειχισμένη πόλη με θέατρο, αγορά, βουλευτήριο και ιερό της Υμνίας Αρτέμιδος με λίθινο άγαλμά της και ιερό του Ποσειδώνα με επίσης λίθινο άγαλμα. Το ιερό της Αρτέμιδος είναι φτιαγμένο από σκοτεινό κέδρο και αυτό αποδεικνύει την αρχαιότητά του. Ακόμη έχουν σωθεί ένα προϊστορικός τύμβος και μια γέφυρα αρχαϊκών χρόνων.
Το θέατρο του Ορχομενού είναι από τα πλέον μεγάλα του αρχαίου κόσμου χτισμένο στους ελληνιστικούς χρόνους. Στο χώρο του θεάτρου εκτός από παραστάσεις λάμβαναν χώρα και αγώνες προς τιμήν του Διονύσου.
Κοντά στον Ορχομενό βρισκόταν, κατά την παράδοση, ο τάφος του Αριστοκράτη και της Πηνελόπης.
Στη θέση Καλπάκι, πίσω από το ύψωμα του Ορχομενού, σώζονται τα ερείπια μεσαιωνικού κάστρου που έχει ενσωματώσει υλικά από την αρχαϊκή οχύρωση της πόλης.
Σήμερα η αρχαία πόλη έχει ανασκαφεί και είναι επισκέψιμη. Βρίσκεται κοντά στο χωριό Λεβίδι.
Η Ρίπη ήταν πόλη της αρχαίας Αρκαδίας.
Ήταν ομηρική πόλη και το μόνο στοιχείο που γνωρίζουμε προέρχεται από τον Όμηρο, ο οποίος την αναφέρει στη Β΄ ραψωδία της Ιλιάδας. Εκεί ο Όμηρος αναφέρει ότι η Ρίπη είχε συμμετάσχει στον Τρωικό πόλεμο με τους υπόλοιπους Αρκάδες, υπό την αρχηγία του Αγαπήνορα. Η θέση της αρχαίας πόλης είναι άγνωστη αλλά πιστεύεται ότι ίσως είναι κάποιος από τους πολλούς προϊστορικούς οικισμούς που έχουν ανασκαφεί στην περιοχή της Δάφνης.
Η Στρατίη ήταν πόλη της αρχαίας Αρκαδίας. Ήταν ομηρική, προϊστορική πόλη που την γνωρίζουμε μόνο από τον Όμηρο, ο οποίος την αναφέρει στη Β΄ ραψωδία της Ιλιάδος. Είχε συμμετάσχει στον Τρωικό πόλεμο με τους υπόλοιπους Αρκάδες υπό την αρχηγία του Αγαπήνορα. Η θέση της αρχαίας πόλης είναι άγνωστη και δεν έχει ταυτιστεί ακόμα.
Για την Ενίσπη δεν γνωρίζουμε τίποτε, εκτός από το ότι ο όμηρος στη Β ραψωδία της Ιλιάδας την χαρακτηρίζει «ανεμόεσσα», δηλαδή ότι ει΄χε ισχυρούς ανέμους: «Οἳ δ᾽ ἔχον Ἀρκαδίην ὑπὸ Κυλλήνης ὄρος αἰπὺ Αἰπύτιον παρὰ τύμβον ἵν᾽ ἀνέρες ἀγχιμαχηταί, οἳ Φενεόν τ᾽ ἐνέμοντο καὶ Ὀρχομενὸν πολύμηλον ῾Ρίπην τε Στρατίην τε καὶ ἠνεμόεσσαν Ἐνίσπην».
Η Τεγέα ήταν πόλη της αρχαίας Αρκαδίας, προερχόμενη αρχικά από συνοικισμό.
Ιδρύθηκε από τον Τεγέα, γιο του Λυκάονα και εγγονό του Πελασγού και ήταν από τις σπουδαιότερες πόλεις της αρχαίας Αρκαδίας, έδρα των τελευταίων μυθικών Αρκάδων βασιλιάδων. Αποτελούνταν από τους δήμους Κορυθέων, Γαρεατών, Φυλακέων, Καρυατών, Οιατών, Βωταχιδών, Μανθυρέων, Εχενιδών, Αφειδάντιων και τις φυλές Ιποθίτιδα, Καριώτιδα, Απολονιάτιδα και Αθηναιάτιδα. Στην πόλη υπήρχε το ιερό της Αλέας Αθηνάς το οποίο είχε κατασκευάσει ο Σκόπας την εποχή που άρχοντας της Αθήνας ήταν ο Διόφαντος. Σύμφωνα με την μυθολογία ο ναός ονομάστηκε έτσι από τον Αλέα εγγονό του Αρκάδα που τον είχε χτίσει. Μέσα στο ιερό μέσα υπήρχε άγαλμα της Αθηνάς από ελεφαντόδοντο, άγαλμα του Ασκληπιού , άγαλμα της Υγείας και τα δόντια του Ερυμάνθιου κάπρου τα οποία όταν οι Ρωμαίοι προσάρτησαν την περιοχή στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τα μετέφεραν στη Ρώμη. Η Θεά Αθηνά ήταν η πολιούχος της πόλης και προς τιμήν της γίνονταν οι αγώνες Αλεαία. Σήμερα ο ναός δεν υπάρχει πλέον και λέγεται ότι τμήματά του χρησιμοποιήθηκαν στην ανοικοδόμηση του ναού της Παναγίας που βρίσκεται κοντά στον αρχαιολογικό χώρο.
Στην Τεγέα υπήρχε και δεύτερο ιερό της Αθηνάς Πολιάτιδος. Στην αγορά της πόλης υπήρχε ιερό της Αφροδίτης. Διέθετε Γυμνάσιο, θέατρο, Στάδιο, Αγορά και Βουλή με τριακόσιους βουλευτές. Οι κάτοικοι την περίοδο της ακμής της έφταναν τους 40.000 και η πόλη έκοβε δικό της νόμισμα.
Επιφανείς Τεγεάτες ήταν οι ποιητές Κλονάς και Ανύτη, ο ιστορικός Αρίανθος, ο τραγικός Αρίσταρχος, οι νομοθέτες Αντισθένης και Κρίσος. Οι ήρωες Αγκαίος και Έποχος, η Αταλάντη, ο Έχεμος, ο Αγαπήνορας και η Διοτίμα. Εδώ επίσης είχε γεννηθεί, κατά τη μυθολογία, και ο Πάνας.
Τεγεάτες είχαν πάρει μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, στον τρωικό πόλεμο, στην μάχη των Πλαταιών, στους Περσικούς πολέμους, και στον Πελοποννησιακό πόλεμο στο πλευρό των Σπαρτιατών,
Η Τεγέα είχε αποικίσει την Πάφο, ενώ είχε συμμετάσχει στον εποικισμό της Μεγαλόπολης.
Η πόλη καταστράφηκε από τους Γότθους το 395 μ.χ. και σταδιακά ερήμωσε. Αργότερα στη θέση της χτίστηκε το Νύκλι το οποίο κατά την Φραγκοκρατία αποτέλεσε Βαρωνία. Σήμερα έχει ανασκαφεί και είναι επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος στον οποίο λειτουργεί και το μουσείο της Τεγέας, ενώ η ευρύτερη περιοχή, με ευρήματα από ρωμαϊκά ψηφιδωτά και μεσαιωνικά τείχη αποτελεί αρχαιολογικό πάρκο. Βρίσκεται δίπλα στο χωριό Αλέα της Μαντινείας, 10 χιλιόμετρα από την Τρίπολη.
Μαντίνεια: Ονομάσθηκε έτσι κατά τη παράδοση από τον ήρωα Μαντινέα τον γιο του Λυκάονα. Η Μαντίνεια αποτελούσε στην αρχή ένωση πέντε δήμων με πρωτεύουσα την ακρόπολη Πτόλη. Συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο όπου αμέσως μετά οι κάτοικοί της συγκεντρώθηκαν σε μια πόλη δημιουργώντας Πολιτεία. Ο κάτοικός της λεγόταν "Μαντινεύς". Βρισκόταν στα σύνορα της Αργολίδας, νότια του Ορχομενού και βόρεια της Τεγέας. Όλη η περιοχή της ονομαζόταν "Μαντική" η οποία καταλάμβανε όλη τη σημερινή πεδιάδα της Τρίπολης που εκτείνεται ακριβώς μέχρι τη θέση της αρχαίας Μαντίνειας. Τα ερείπια της αρχαίας Μαντίνειας που βρίσκονται στο κάμπο γύρω από την Τρίπολη καλούνται σήμερα Παλαιόπολη και με την ίδια ονομασία Μαντίνεια φέρεται επαρχία της Αρκαδίας ή οποία πήρε το όνομά της από την Αρχαία Μαντίνεια. Στους προϊστορικούς χρόνους η πόλη βρισκόταν στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται «Γκορτσούλι», διότι εκεί υπάρχουν προϊστορικά κτίσματα καθώς και αξιόλογα ιερά των ιστορικών χρόνων. Στα ελληνιστικά χρόνια, η πόλη μετονομάσθηκε σε Αντιγόνεια από τον Μακεδόνα βασιλιά Αντίγονο Γ΄ μετά την νικηφόρα έκβαση στην μάχη της Σελλασίας το 222 π.Χ. Έκτοτε έκοψε πολλά νομίσματα με την επιγραφή ΑΝΤΙΓΟΝΕΩΝ ΜΑΝΤΙΝΕΩΝ. Αργότερα στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού επανήλθε η παλαιότερη ονομασία της πόλεως.
Στύμφηλος, η (Β 608): Πόλη της Αρκαδίας. Πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, μαζί με άλλες Πελοποννησιακές πόλεις, με εξήντα καράβια. Η μυθολογία γνωρίζει τον ήρωα της επώνυμης πόλης, γιο του Έλατου και της Λαοδίκης και πατέρα του Αγαμήδη, του Γόρτυνα, του Αγέλαου και της Παρθενόπης, που, από τον Ηρακλή, έκανε τον Ευήρη. Ο Στύμφαλος σκοτώθηκε από τον Πέλοπα στη διάρκεια ενός συμποσίου. Η Στύμφαλος ή Στύμφηλος, η σημερινή Στυμφαλία, αποτελούσε τμήμα της Αρκαδίας. Η πόλη όμως της αρχαϊκής και κλασσικής εποχής ήταν χτισμένη σε μια έκταση που βρίσκεται δεξιά της όχθης του ποταμού Στυμφάλου που έχει της πηγές του στην περιοχή της Δρίζας και φθάνει στη μεγάλη καταβόθρα, στο Απέλαυρον όρος (Γιδομάντρα) όπου και χάνεται στο βαθύ αυτό χάσμα της γης. Ιδρυτής της προϊστορικής αυτής πόλης είναι ο Στύμφαλος. Την πόλη διέθετε ισχυρό τείχος και ήταν στολισμένη με  ιερά και άλλα δημόσια οικοδομήματα. Eπί των ημερών του η Στυμφαλία γνώρισε μεγάλη ακμή και ήταν μία από τις ισχυρότερες αρκαδικές πόλεις.: «Οι δε Στυμφάλιοι δεν είνε πλέον τεταγμένοι μετά των Αρκάδων, αλλά μετά των Αργείων, περί του γένους δε αυτών μαρτυρούσι τα έπη του Ομήρου και οικιστής της πόλεως ήτο ο Στύμφηλος τρίτος απόγονος του Αρκάδος και της Καλλιστούς. Λέγουσιν δε ότι η πόλις εξ αρχής είχε κτισθή εις άλλο μέρος της χώρας και όχι εκεί όπου είνε σήμερα, και ότι εν τη αρχαία Στυμφήλω κατώκησεν ο Τήμενος ο υιός του Πελασγού» (Παυσανίας, Αρκαδικά - Στυμφαλία, μα'). Κατά την μυθολογία, στην Αρκαδία πρώτος βασιλεύς αναφαίνεται ο Πελασγός τον οποίο όλοι οι ιστορικοί θεωρούν αυτόχθονα και γιο του Δία και της Νιόβης. Aπό αυτόν κατάγονται οι Πελασγοί Aρκάδες ή Προσέληνοι (που γεννήθηκαν δηλ. πριν από τη Σελήνη). Οι πρώτοι Πελασγοί ζούσαν σε σπήλαια σε και τρέφονταν από το μυελό των οστών των ζώων που κυνηγούσαν, από χόρτα και ρίζες -πολλές φορές βλαβερά- βλαβερών, και ήταν ήσαν εκτεθειμένοι στις μεταβολές του καιρού. O Πελασγός πρώτος εδίδαξε τους πρωτόγονους αυτούς για να κατεβούν από τα όρη στις πεδιάδες να κατασκευάσουν καλύβες για να στεγαστούν, νά φορούν ως ενδύματα τα δέρματα των χοίρων, να μη τρώνε τα δηλητηριώδη και βλαβερά χόρτα και τις ρίζες, αλλά «τις βαλάνους της δρυός», γι' αυτό και  βαλανηφάγοι ονομάζονταν. Aπό τον Πελασγό και τη νύμφη Κυλλήνη γεννήθηκε ο Λυκάων που έκανε πολλούς γιούς και μια κόρη την Καλλιστώ, η οποία με τον Δία γεννήθηκε ο Αρκάς, ο γενάρχης των Αρκάδων εκ του οποίου οι Πελασγοί μετονομάσθηκαν Aρκάδες και η χώρα Αρκαδία. Aυτός εδίδαξε τους υπηκόους του να τρώνε ήμερους καρπούς, να κτίζουν κατοικίες από πελώριους λίθους που είχαν συναρμογή με κολλητική ύλη -τα λεγόμενα  Πελασγικά τείχη- να σπέρνουν δημητριακά, να φτιάχνουν ψωμί, να υφαίνουν ενδύματα, να καλλιεργούν τη γη, να διατηρούν κοπάδια και να τρώνε το κρέας και το γάλα τους, τους δίδαξε να κτίζουν πόλεις και να τις περιβάλλουν με τείχη, διαμόρφωσε θρησκευτικές δοξασίες και πολλά άλλα. Ό Αρκάς με τη νύμφη Έρατώ γέννησε τρεις υι­ούς, τον Έλατο, τον Αζάνα, και τον Αφείδαντα, στους οποίους διεμοίρασε την χώρα του. O Ελατός που πήρε την Κυλλήνη πήρε ως σύζυγό του την Λαοδίκη από την οποία ­γέννησε πέντε υιούς, τον Στύμφηλον, τον Αίπυτο, τόν Κυλλήνα, τον Ίσχυ και τον Περέα. Aπό το Στύμφηλο ωνομάσθηκε Στύμφηλος η πηγή και η πόλη που χτίστηκε από εκείνον  κοντά στην πηγή (Κιόνια).
Παρρασίη, η (Β 608): Πόλη της Αρκαδίας. Ένα από τα 4 προϊστορικά κράτη της Αρκαδίας ήταν η Παρρασία. Πρωτεύουσά του ήταν η αρκαδική πόλη Φαρά, Φαραία, Φηρή, για την οποία κάνει ευρύτατο λόγο ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Είχε Βασιλιά τον Ορσίλοχο, γιο του Αλφειού. Παιδί του ήταν ο Διοκλής, του οποίου δύο δίδυμα παιδιά σκότωσε στον Τρωικό πόλεμο ο Αινείας. Στου Διοκλή το παλάτι, κοιμήθηκε δύο φορές ο Τηλέμαχος πηγαίνοντας από την Ιθάκη στο Νέστορα και από εκεί στο Μενέλαο να ρωτήσει, να μάθει για τον πατέρα του Οδυσσέα. Από το όνομα Φαρά πήρε το κράτος του Ορσιχόλου και ονομάστηκε Φαρασία και κατ’ αντικατάσταση του χειλόφωνου Φ με το ίδιο Π έγινε Παρασία και διπλασίασε το ρ και γράφεται Παρρασία. Η Παρρασία περιελάμβανε τη σημερινή Νότιο Γορτυνία, δηλ. το όρος Ερύμανθο (νότιες πλαγιές του), τη Φολόη, το βαθούλωμα της Ηραίας, την οροσειρά του Λυκαίους έως τη Μίνθη και το Οροπέδιο της Μεγαλόπολης. Στην Παρρασία ανήκαν η Μαινάλιος Θεισόα στην Καρκαλού, η Τεύθις στη Δημητσάνα, η Λυκόσουρα, η Λυκαία Θεισόα στου Λάβδα, η Φυγαλεία πίσω από την Ανδρίτσαινα, οι Βάσσες, η Αληφήρα, η Ηραία, η Γορτυνία. Στην παλαιά πόλη Φαρά, Φαραί (α) ή κατά τον Όμηρο Φηρή εντοπίστηκε και το μεγαλύτερο μυκηναϊκό νεκροταφείο της Ανατολικής Μεσογείου. Εκεί βρέθηκε και το Νεκρομαντείο του 1200 π.Χ, το μοναδικό στον ελληνικό χώρο, το οποίο ο Όμηρος περιγράφει στη λ΄ ραψωδία.
(ΠΗΓΕΣ: Οι πίνακες από τη mixanitouxronou.gr,  «Έκθεσις της πολεμικής ιστορίας των Ελλήνων», Γενικό Επιτελείο Εθνικής Αμύνης. Αθήνα Ζάππειο Μέγαρο. 28-30 Οκτωβρίου 1968. Έκδοση Αρχείου Ενόπλων Δυνάμεων, 1970, e-gortynia.gr, el.wikipedia.org, Νίκος Α. Παπαδόπουλος, «Ομηρικό Ονοματολόγιο V Λεξικό όλων των κύριων ονομάτων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας (Θεοί, θεότητες, άνθρωποι, χώρες, λαοί, πόλεις, βουνά, ποτάμια, λίμνες, κ.ά.)», Εκδόσεις  Κυρομάνος Θεσσαλονίκη 2003)

Γαλανιάδη Εύα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου