Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Ο μύθος του «Ζήκου» και οι καταιγιστικοί αυτοσχεδιασμοί του μοναδικού Κώστα Χατζηχρήστου στην ταινία της ζωής του…(video)

Τι γίνανε ρε οι φακές; Τις πούλησες;». «Δεν τις πούλησα, φύγανε μοναχές τους! Διότι σκάσανε οι φακές, βγήκαν τα μαμούνια, πήρε κάθε μαμούνι στην πλάτη από μια φακή και δρόμο τον ανήφορο!». Σας λέει κάτι αυτή η στιχομυθία; Σας θυμίζει κάποια παλιά και αγαπημένη ελληνική ταινία;
Δύσκολο να πιστέψουμε ότι δεν σας θυμίζει κάτι. Θα σας δώσουμε όμως άλλη μια ευκαιρία. Ιδού ένας ακόμα κα-τα-πλη-κτι-κός μονόλογος του......
πρωταγωνιστή της ταινίας αυτής, που προκαλεί δάκρυα γέλιου:
«Ο μόνος μορφωμένος και λογιστικά κατερτισμένος ειμι ηγώ. Μάλιστα εμένα που με βλέπεις, εγώ. Διότι εγώ κρατάω και τα βιβλία στο μαγαζί. Τα κρατάω, δεν τα κρατάω δηλαδή όλα πάνω μου γιατί κουράζομαι. Τα πάω από δω εκεί, τ’ αφήνω. Είμαι και σχολικά μορφωμένος. Είμαι τελειόφοιτος τετάρτης δημοτικού. 16 χρόνια σχολιό κύριε Μανόλη εμένα που με βλέπεις. Μάλιστα 16. Έτσι 4 χρόνια κάθε τάξη. Δεν είμαι σαν κι αυτουνούς κυρ Μανώλη εγώ που πάνε ένα χρόνο και σου λέει τα μάθαμε όλα. Τι να μάθεις ρε κύριε σε ένα χρόνο; Τι να μάθεις; Μέχρι να πας ντανγκα ντανγκ το καμπανάκι διάλειμμα, βγαίνεις όξω. Μετά έχουμε γιορτές, καθαροδευτέρες, έχουμε 25η Μαρτίου που θα προλάβεις; Ενώ εγώ 4 χρόνια σχολείο, κάθομαι, πήζει το μυαλό μου και βγαίνω αμέσως, παίρνω και το χαρτί, είμαι φτηχιούχος λογιστικής. Άσε που ξέρω προπαίδεια. 5Χ7=35 με την πρώτη, 6Χ8=48, 7Χ8=56. Τώρα μαθαίνω το 8Χ9».
Αν και τώρα δεν έχετε καταλάβει για ποια ταινία μιλάμε, τότε  σας ενημερώνουμε ότι αναφερόμαστε στην ταινία με πρωτότυπο τίτλο «Της κακομοίρας», η οποία γυρίστηκε το 1963 και αποτέλεσε πέρα πάσης αμφιβολίας την κορυφαία ταινία του μοναδικού Κώστα Χατζηχρήστου, η ερμηνεία του οποίου σε αυτή ξεπερνά κάθε φαντασία, κάθε πρόβλεψη.
Ισοπεδωτικός, καταιγιστικός, απολαυστικός, εκρηκτικός είναι λίγες μόνο από τις λέξεις που μπορούν να αποδώσουν – κι αυτές σε ένα βαθμό – την ερμηνεία του μεγάλου αυτού έλληνα κωμικού ηθοποιού στην ταινία αυτή.

Ταινία που κατά τη γνώμη μας αποτελεί το καλύτερο φάρμακο για την κατάθλιψη και τη συστήνουμε ανεπιφύλακτα σε όλους όσοι αισθάνονται να «γονατίζουν» από τη δύσκολη καθημερινότητα.
 Προσφέρει αβίαστα το γέλιο, και μάλιστα γέλιο τρανταχτό, διαρκές, που βγαίνει εντελώς αυθόρμητα από το στόμα του θεατή, ακόμα κι αν ο τελευταίος προσπαθήσει να μείνει ατάραχος σε αυτό που βλέπει στην οθόνη του.
Παραγωγός της ταινίας ήταν ο ίδιος ο Κώστας Χατζηχρήστος και ο αδελφός του ο Δήμος, ενώ η σκηνοθεσία ήταν του Ντίνου Κατσουρίδη.
Διαβάζοντας το ιστορικό της ταινίας πραγματικά αισθανόμαστε «λύπηση» για τον Κατσουρίδη, αφού φαίνεται ότι ο Χατζηχρήστος τον παίδεψε πολύ κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.
Κι αυτό διότι διαρκώς «έφευγε» από τα κείμενα του σεναρίου, προχωρούσε σε αυτοσχεδιασμούς, οι οποίοι αιφνιδίαζαν διαρκώς καστ και ανθρώπους της παραγωγής, αλλά – ευτυχώς – πάντα ευχάριστα.
Κάποιοι λένε ότι οι αυτοσχεδιασμοί του Χατζηχρήστου στην ταινία αυτή ξεπερνούν το 80% του σεναρίου.
Όση υπερβολή κι αν κρύβει το ποσοστό αυτό, είναι σίγουρο ότι οι αυτοσχεδιασμοί του ήταν πολλοί.
Ένας «αφηνιασμένος» κυριολεκτικά Χατζηχρήστος ισοπεδώνει τους πάντες και τα πάντα και είναι ξεκάθαρο ότι δεν αφήνει κανένα περιθώριο στους συμπρωταγωνιστές του να ξεχωρίσουν ή να «αναπνεύσουν» ακόμα υποκριτικά.
Και αναφερόμαστε σε μεγάλο ονόματα, όπως ήταν οι Κώστας Δούκας, Νίκος Ρίζος, Μαρίκα Νέζερ, Νίκος Φέρμας, Ντίνα Τριάντη, Νέλλη Παππά, Θανάσης Μυλωνάς.
Οι ίδιοι φαίνεται να συμμετέχουν στην ταινία απλώς…υπομένοντας το «μοιραίο».
Παρόλα αυτά, στο κομμάτι της συμμετοχής που…τους απομένει, είναι όλοι τους άριστοι και καταφέρνουν να συμπορευθούν με τον «αφηνιασμένο» Χατζηχρήστο, σε ασκήσεις υποκριτικής ισορροπίας που δεν είχαν ξανακάνει στην καριέρα τους.
Και είναι σίγουρο ότι κάτι τέτοιο δεν αντιμετώπισαν ούτε και στα χρόνια που ακολούθησαν.
Ποια ήταν όμως η υπόθεση της ταινίας;
Ο Ζήκος είναι ένας επαρχιώτης, που δουλεύει μπακαλόγατος στου κυρ – Παντελή, έχει μεγάλα σχέδια για το μέλλον του αλλά οι τρόποι, που χρησιμοποιεί για να τα πραγματοποιήσει αποκαλύπτουν το μέγεθος της αφέλειας του.


Είναι ερωτευμένος με την όμορφη Φιφίκα, η οποία θέλοντας να παίξει μαζί του, προσποιείται ότι ανταποκρίνεται.
Ο Παντελής, αν και προχωρημένης ηλικίας, θέλει για λογαριασμό του τη νεαρή φίλη της Φιφίκας, τη Λίτσα και ζητάει από την προξενήτρα κυρά Δέσποινα να πείσει τον πατέρα της να του δώσει το χέρι της.
Η Λίτσα όμως είναι ερωτευμένη με τον νεαρό ηλεκτρολόγο, Αργύρη. Ο Κίτσος, φίλος του Αργύρη, είναι ερωτευμένος με τη Φιφίκα.
Ο Ζήκος κοροϊδεύει για την επιλογή του τον Παντελή αλλά αυτός δεν πτοείται.
Προχωρεί στους αρραβώνες σε συνεννόηση με τον πατέρα της Λίτσας και ερήμην της ίδιας.
Στα γενέθλια της Λίτσας θα αποκαλυφθεί το «συνοικέσιο του αίσχους» και η ζωή όλων θα έρθει τα πάνω – κάτω, προς μεγάλη θλίψη του κυρ – Μανώλη. Όμως μετά την απόπειρα των δύο νέων να κλεφτούν, θα δώσει την ευχή του για τον γάμο τους.
Το ίδιο θα κάνει και ο Σωτήρης, πατέρας της Φιφίκας, δίνοντας την κόρη του στον Κίτσο, αφήνοντας τον Ζήκο και τον κυρ -Παντελή… μπουκάλες.
Η ταινία «Της κακομοίρας» ήταν βασισμένη στο θεατρικό έργο των Χρήστου και Γιώργου Γιαννακόπουλου «Ο μπακαλόγατος», έκανε πρεμιέρα στις 18 Ιουνίου 1963 και σημείωσε τεράστια επιτυχία, αφού έκοψε 201.008 εισιτήρια στην πρώτη προβολή και ήρθε 26η στις 92 ταινίες της σεζόν 1963-1964.
Μάλιστα συμμετείχε και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1963.
Θα ήταν κρίμα ωστόσο να κλείσουμε την αναφορά μας στην σπουδαία αυτή ταινία χωρίς να σας «προσφέρουμε» άλλον έναν από τους μοναδικούς διαλόγους του Ζήκου με τον κυρ-Παντελή, το αφεντικό του:
«ΖΗΚΟΣ: Πάω γω. Πάω στο γιατρό τα ψώνια εγώ. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Να πας στο καλό. ΖΗΚΟΣ: Τηλεφώνησε η γιατρέσα ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Να πας στο καλό. ΖΗΚΟΣ: Ησύ θα κάτσεις εδώ πέρα. Πάω γω. Πάω γω που ‘μαι και αδύνατος και ανεβαίνω και κατεβαίνω απάνω στα σκαλιά κι έχω γίνει σα σουβλί. Κι εσύ είσαι 800 κιλά αηδία. Ησύ θα κάτσεις εδώ. Πάω γω. Πάω στο γιατρό εγώ. Το μεγάλο μισθό που παίρνω και τρέχω όλη μέρα μες τσι δρόμοι… μου κρατάς και τον Ικα. Ποιός είναι αυτός ο Ίκας; ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Αυτό όλοι το πληρώνουν! ΖΗΚΟΣ: Δεν το πληρώνω εγώ! Δε με φτάνει που δε με πληρώνεις, μου κρατάς και τον Ίκα! Και μου λες όλο “υπομονή Ζήκο θ’ αρρωστήσεις”! Πότε θ’ αρρωστήσω εγώ;».
Εμείς πάντως που βλέπουμε την ταινία αυτή ξανά και ξανά…δεν έχουμε αρρωστήσει ποτέ!
Γιατί αυτές οι ταινίες αποτελούν διαχρονικό φάρμακο χαράς και αισιοδοξίας και ένας μοναδικός θησαυρός που άφησαν για μας οι σπουδαίοι αυτοί κωμικοί της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου